Author's Profile

Poetic Me

English

Greek

E-Mail Us

Visitors

Links
 

   Ted Kapsalis


 

POETIC ME!
"In poetry I let my heart dance in joy"

"Στη ποίηση αφήνω την καρδιά μου να χορέψει με τη χαρά"

*************

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ

Ονειρεύομαι ένα κόσμο χωρίς πόνο, δάκρυ, λύπη, αγωνία. Ένα κόσμο γεμάτο από αγάπη, ελπίδα, όνειρα. Ένα κόσμο λαμπρό από χαμογελα, φωτεινή λάμψη στα μάτια. Ένα κόσμο χωρίς δισταγμό να απλώνει το χέρι και να μεταφέρει με το σφίξιμο του την αγάπη, την ανθρωπότητα, τη φιλία. Ένα κόσμο χωρίς σύνορα , όπως είναι ο ουρανός με τα άστρα του, όπως  το φεγγάρι, όπως ο ήλιος που χαϊδεύει όλους χωρίς διάκριση. Όπως ο άνεμος που δεν ξέρεις από που έρχεται, κι όμως του νοιώθεις τη δροσιά του.
Πιο είναι το δικό σου όνειρο?

POETICME.COM. Το γεγονός ότι είστε εδώ μαρτυρεί πως έχετε περισσότερο από ένα περνώντας ενδιαφέρων στην εκπλήρωση των ονείρων τη ζωή σας. Μου λέει πως είστε εμπαθείς στην ποίηση, όπου η αρμονία της σκέψεως και της καρδιάς φέρνει στο φως της πιο νοσταλγικές και απολαυστικές δημιουργίες.

 Εάν λοιπόν ψάχνεται για μια απλή, δημοτική και τίμια ποίηση που προέρχεται από μια απλή καρδιά, τότε POETICME.COM είναι η σελίδα σας.

 Αντιθέτως εάν ήρθατε να εκφράσετε την κριτική σας,  τότε σας προειδοποιώ πως δεν υπάρχει δικαστική κριτική στη δική μου καρδιά.  Εγώ δεν είμαι δηλωμένος ποιητής, αλλά απλούστατα σε ένα αγώνα να προφτάσω το χρόνο να μην ξεχάσω την ελληνική μου γλώσσα, αποφάσισα να εκφράσω και να μοιράσω μαζί σας με τον πιο απλό , δημοτικό και περιορισμένο λεξιλόγιον της γνώσης μου τα αισθήματα μου τα οποία σε κάποια φάση της ζωής μου με έχουν επηρεάσει.

 Ευχαριστώ!

Έρχονται!
 

  Ted Kapsalis

Γεννήθηκε στο Iστορικό Καλπάκι Ιωαννίνων στις 23 Απριλίου, 1952. Είναι ο πέμπτος γιος του Δημητρίου και της Ελευθερίας Καψάλη. Απόφοιτος του Δημοτικού Σχολείου του Ιστορικού Καλπακίου και του Γυμνασίου Δωλιανών Ιωαννίνων. Σε ηλικία 18 ετών μετανάστεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερική ς. Σπούδασε ξενοδοχειακές επιχειρήσεις στο Σικάγο και έχει ταξιδέψει σχεδόν σε όλη την Αμερική.

Αν και σήμερα ζει με την οικογένειά του στο φανταστικό κόλπο του San Francisco, Καλιφόρνιας, θεωρεί τη Havaii σαν πατρική του γη. Εκεί έχει ζήσει σχεδόν 15 χρόνια, γνώρισε τη σύζυγο του Ευαγγελία κι εκεί γεννήθηκε ο γιος τους Δημήτρης.

Από τα εφηβικά του χρόνια ακόμα η αγάπη και ο πόθος για την ποίηση, είχε γεννήσει ρίζες στην καρδιά του μέχρι που λίγα χρόνια πριν άρχισε να πραγματοποιεί μια φιλόδοξη προσπάθεια στην ξενιτιά να διατηρήσει την ελληνική γλώσσα εν ζωή.

Αν και τα ποιήματα του Τεντ ανέρχονται σε πολλές εκατοντάδες, δεν θεωρεί τον εαυτό του ποιητή? απλούστατα μέσα από την ποίησή του επιθυμεί να μοιράσει τα αισθήματά του, τα οποία έχουν αγγίξει τη ζωή του.

Ο Τεντ γράφει στην Ελληνική και στην Αγγλική γλώσσα. Στην Αγγλική γλώσσα τα ποιητικά του έργα έχουνε αναγνωριστεί από την International Society of Poets, που είναι και μέλος και έχει βραβευθεί δώδεκα φορές για την ποιητικά του δημιουργήματα. Τον Ιούλιο του 2005, κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο στην Αγγλική γλώσσα με τον τίτλο: «SIMPLE HEART, Whispers Love Songs». Η Ellen Tanner Marsh, New York Times Best-selling Author, στην κριτική της γι? αυτό το βιβλίο αναφέρει πώς «όποιος έχει αγαπήσει και αγαπήθηκε πολύ, θα βρει κάτι που θα το εκτιμήσει στου Τεντ Καψάλη το βιβλίο». Είναι απλή, αληθινή, και αναμνηστική αγάπη. Είναι ποίηση που μιλά στην καρδιά, απ? την καρδιά". Επίσης SIMPLE HEART «Δεύτερο Βιβλίο» θα κυκλοφορήσει το έτος 2006.

Πέρα από την αγάπη του για την ποίηση, ο Τεντ είναι φανατικό μέλος τής ποδηλασίας, του ποδοσφαίρου, της ορειβασίας και μαραθωνο-δρομαίας. Έχει τρέξει σε εκατό (101) Μαραθώνας, ενώ αγαπά να αποκτά και να εκτιμά φίλους.


ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΩ
"Πάνω από 3000 Aδέσμευτοι Eρωτικοί Sτίχοι"


Αυτό το βιβλίο είναι αφιερωμένο στον ΕΡΩΤΑ που όλοι μας σε κάποια φάση τής ζωής μας γευτήκαμε την γλύκα του και την πίκρα του.

*******
 


«ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΗΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ ΤΟΥ 1960» 
Τα ανέκδοτα σε αυτό το βιβλίον είναι μια συλλογή της δεκαετίας του 1960. Οι συγγραφείς είναι άγνωστοι, εν τούτης θέλω να τους αναγνωρίσω όλους όποιοι και αν είναι.


*******

 

 ΠΕΝΝΑ
ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΟΡΑ

Απλός περιπλανιέται ελεύθερη, κυνηγώντας με νοσταλγία την στιγμή που θα φτάσει και θα κόψει με την φαντασία του το σκοινί του ορίζοντος. Κατά την γνώμη μου δεν είναι η ποιότητα η ποσότητα καθ ενός περιεχομένου, αλλά η τόλμη να εκφραστής τα αισθήματα σου και χωρίς φόβο να τα φέρεις σε φως. Όπως βλέπετε εγώ γράφω ελεύθερα, απλά, δημοτικά, ασύντακτα, αρθρογραφία και χωρίς τον φόβο τής κριτικής 
 
******* 

ΧΑΡΙΣΜΕΝΑ
ΣΤΗΝ ΗΠΕΙΡΟ

Πουλιά μ ακούσατε, πουλιά!

Νοσταλγησα την ύπαιθρο
τα κρύα τα νερά της
Το θυμάρι στο βουνό,
Τις λαγκαδιές με τις δροσιές της.

Φωνάζει, κράζει μέσα μου η καρδιά
Πουλιά, χαμηλώστε λίγο,
Πάρτε με εκεί πάνω ψηλά
Παρέα σας να μείνω.

Κι όταν μια μέρα
Κουραστούνε τα φτερά σας,
Αφήστε με εκεί πάνω ψηλά
Στα βουνά, στη βασιλική φωλιά σας.

Θα είμαστε φίλοι, αδελφοί,
Αχώριστοι εκεί στις ρεματιές,
Τραγούδια θα ψάλλουμε μαζί,
Χορός χαράς στις βουνοπλαγιές.

Πουλιά, μ’ ακούσατε, πουλιά,
Πάρτε με πάνω στα βουνά,
Εκεί που βοσκούνε γιδοπρόβατα
Με άφθονο στις ράχες κρύο νερό.

Νοστάλγησα την ύπαιθρο
Τα δροσερά πλατάνια,
Δείγματα ομορφιάς στην Ήπειρο

Με τα πλατιά ποτάμια.

Θέλω ψηλά απ’ τα σύννεφα
Το Σούλι ν’ αγναντέψω,
Την Πρέβεζα, τα Γιάννενα
Της Άρτας το γεφύρι.

Το Μέτσοβο, την Κόνιτσα,
Πωγώνι και Ζαγόρι
Και στο βυθό της λίμνης
Την όμορφη Κυρά Φροσύνη.

Να αγναντέψω επιθυμώ
Το Πάπικγο, του Βίκου το λυγμό,
Το Βοϊδομάτη να χαρώ,
Για να πραΰνω πόνο και καημό.

Πουλιά, μ’ ακούσατε, πουλιά,
Σπαράζει η καρδιά μου,
Αχ! χαμηλώστε τα φτερά
Ν’ αδράξει η αγκαλιά μου.

Θέλω μαζί σας να γιορτάσω
Στις πλαγιές την άνοιξη,
Μαζί στους λόγγους να πετάξω
Όσες ομορφιές η ματιά δεν άγγιξε.

Πουλιά, μ ακούσατε, πουλιά!

Ζαγόρι  μου

Κλείνω τα μάτια μου
Και περπατάω τα σκαλιά
Τα σκαλισμένα μάρμαρα
Από την αρχοντιά.

Κι ένας κτύπος ασταμάτητος
Αντηχεί στη φλέβα
Και δεν θα σταματήσει
Ούτε στο πέρασμα του αιώνα.

Ζαγόρι μου, Ζαγόρι μου
Ακόμη κι αν πεθάνω
Στου βίκου της κορφές σου
Παρέα θα σου κάνω.

Από τη μια πλευρά εγώ
Κι από την άλλη εσύ
Πολλά θα έχω να σου πω
Που δεν στα είπα μια ζωή.

Ακούω το τραγούδι
Στην άνοιξη του κούκου
Της τρυγόνας και της πέρδικας
Στον ίλιγγο του βίκου.

Νοιώθω σαν να είμαι εκεί
Αετός στον ουρανό
Να κάνω βίγλες στης κορφές
Τα βοσκοτόπια να κοιτώ.

Τα πλακόστρατα σαλόνια
Από μάρμαρα κτισμένα
Απ του βίκου την ανάσα
Είναι κρυσταλλωμένα.

Ακούω στης βρυσούλες
να καναλίζει το νεράκι
σαν ψίθυρος απ τη πηγή
απαλό σαν το πουλάκι.

Αισθάνομαι σαν νάμαι
της άνοιξης αηδόνι
Να  μοιρολογώ να τραγουδώ
να πετώ σαν χελιδόνι.

Τα λυγερά τα έλατα
Στους βράχους καρφωμένα
Μονάχα το χιόνι αγκαλιάζει
κι η ζεστή καρδιά από μένα.

Περπατάω με το νου μου
Στα παρθενικά σου μονοπάτια
Εκεί ψηλά στο Μονοδενδρι
Στου Βίκου τη χαράδρα.

Ανεβαίνω στο Σκαμνελι
στου Λύκου τη φωλιά
στη Βίτσα το Κουκούλι
που αετό έχουν βασιλιά.

Κάθομαι και ξαποσταίνω
στο ίσκιο καστανιάς
Στης λεφτοκαριάς και πλατανιού
θυμάρι αγκαλιάς.

Και κατεβαίνω σαν την περδικα
Στων Πεδινών τα χειμαδιά
και ξαποσταίνει ο νους μου
κάτω απ τη βελανιδιά.

Κι από εκεί κοιτάζω της κορφές
λουσμένες με του ήλιου φως
που ξεδιψούν με σύννεφο
και ξε-τυλιεται ο στοχασμός.

Αχ, Ζαγόρι μου, Ζαγόρι μου
Στο νου μου είσαι Ιθάκη
Και δεν με χωρά ο τόπος
Στου κόσμου την άλλη άκρη.

Κυρά Φροσύνη

Κλάψτε κυράδες κλάψτε
μπροστά στους αργαλειούς,
χρυσά πλεξούδια πλέχτε
κι ας μην είναι για γαμπρούς.

Να ντύστε να στολίσετε
τη λυγερή νεράιδα,
τι νυφούλα να χτενίσετε
με χαϊμαλί και χάνδρα.

Κεντήστε μαντήλια κόκκινα
 με μεταξές πλεξούδες,
Με της σκλαβιάς τα βάσανα
Φτερά από πεταλούδες.

Γιατί σήμερα κάτι κακό
 Μεγάλο έχει γίνει,
ήπιε η λίμνη ήλιο κι ουρανό
 και την όμορφη Κυρά Φροσύνη.

Χαριτωμένη συντροφιά
κρατήστε της στο κύμα,
να τη νανουρίσει αγκαλιά
μέχρι του κόσμου τ άλλο βήμα.

Χαράματα με την αυγούλα
η αρχόντισσα τής λίμνης,
χωρίς στο πλάι τη μανούλα
ντύθηκε με πάχνη ομίχλης.

Στα κρυσταλλένια τα νερά
ρουφήθηκε σαν αφρός,
μ άσπρη ντυμένη φορεσιά
στην ανάσα θάνατος αργός.

Με μια κοτρώνα στο λαιμό
Πήρε τ ατέλειωτο ταξίδι,
στου Άδη τον αγύριστο βυθό
 Του Αλί Πασά ήτανε χατήρι.

Κλαίνε τα Γιάννενα βογγούν
σαν νάνε παραμύθι,
με δάκρυα πικρά θρηνούν
μοιρολογούν με μαραμένα στήθη.

Ο πρωινός θάμπος της αυγής
δεν έντυσε τη λίμνη,
μ αράχνη μονάχα σιωπής
καταχνιά της άπλωσε γαλήνη.

Μάτια με βούρκο γιομάτα
κοιτούνε απ το κάστρο,
στη ρωμιά στέλνουν μαντάτα
με θλιμμένο ουράνιο άστρο.

Σήμερα δεν λαλούνε τα πουλιά
η βρυσούλες δε δροσίζουν,
δε φυλλουριάζουν τα κλαριά
τα λουλούδια δεν ανθίζουν.

Δεν λάμπει ο ήλιος στα βουνά
ούτε και στα λαγκάδια,
σταυραετούς δεν λαγαρίζεις στα ψηλά
ούτε στις ράχες παλικάρια.

Σκύβει το φεγγάρι το κεφάλι
κι ο βοριάς στο πέρασμα,
συμμερίζονται κι αυτοί το χάλι
στα χείλη της πίκρας το κέρασμα.

Η λίμνη πήρε την αρχόντισσα
Τής χάρισε μπαλκόνι το βυθό,
 Βασίλισσα την έκανε
 Παλάτι το νησί για σπιτικό.

Για να ζει εκεί αιώνια
το ζυγό να μαρτυρεί,
της λευτεριάς αθάνατη γοργόνα
να κρατεί στο βάθος το κλειδί.

Τα πέτρινα γεφύρια

Οι αιώνες κι αν περάσαν,
δεν κατάχνιασαν το νου,
τα πέτρινα γεφύρια δε γκρεμίσαν
απ’ τις ράχες των βουνών.

Αποτελούνε αθάνατα
σημάδια αναφοράς,
μιας περασμένης εποχής
μιας άλλης αθάνατης γενιάς.

Κάθε γεφύρι σκαλισμένο
τη δική του φέρει ιστορία,
με περηφάνια στολισμένο
μ’ ένα χέρι ζωγραφισμένη μαρτυρία.

Φτάνει μονάχα μια ανάσα να σταθείς,
να περπατήσεις σε πέτρινο γεφύρι,
αρκεί ένα σκαλί να κατεβείς
και το μυαλό σου θ’ αφυπνίσει.

Να ζυγιάσεις με την ανάβαση
τον ελιγμό και το φόβο,
στο καλντερίμι την ταλάντευση
την τόλμη και το θρύλο.

Μικρά μπουλούκια μαστόρων
δαμάσανε τη φύση,
τοξευτές των δυνάμεων
πριν η ανάσα τους αφήσει.

Μια χούφτα ήταν, ένα σινάφι
νταμαρτζήδες, χτίστες,
λασπάδες, μαρμαρογλύπτες
τσιράκια, ζωγράφοι, ξυλογλύπτες.

Πότε με βροχές και καταιγίδες
πότε με χιόνια και παγετούς,
κάτω από πέπλα πυκνής ομίχλης
βράχους σκαλίζανε κοφτερούς.

Στην κάψα, στο λίβα και στο λιοπύρι
που στέγνωνε πάνω στο πετσί και την ψυχή
με ίλιγγο κτίζανε δεκάδες γεφύρια
ακμαίοι, περήφανοι, για σένα φυλή.

Και συμμαχήσανε με τ’ άγρια βουνά
με γρανιτένιους βράχους
σ’ όλες τις άβολες γωνιές
με συγκίνηση και δέος.

Πέτρινα χτίσανε στεφάνια,
ενώσανε χωριά, κοιλάδες,
καβαλικεύανε ποτάμια,
καλντερίμια και χειμάρρους.

Το Βοϊδομάτη, τον Καλαμά
τον Αχέροντα, τον Λούρο,
το Δρίνο και τον Άραχθο
το μυθικό τον Αχελώο.

Ράψανε τις οροσειρές
με κεντημένες πλάκες,
από μαρμαρένιους αργαλειούς
με ρόζους στα χέρια τους και κάλλους.

Το Γράμμο και το Σμόλικα
το Βίκο και την Τύμφη,
το Περιστέρι, τα Τζουμέρκα
Σούλι και Μιτσικέλι.

Του Παπαστάθη το γεφύρι
στου Δρίσκου το φαράγγι,
κτισμένο με βενετικά φλουριάτης Πρίξας είν’ ακόμη το καμάρι.

Της Άρτας το γεφύρι,
στον κόσμο φημισμένο,
από την εποχή του Πυρρου
στον κάμπο ακόμη είναι κτισμένο.

Της Κόνιτσας το γεφύρι,
δακτυλίδι τοξωτό, ζαφείρι,
ώστε τα ζεύγη να αναδύονται
στου Αώου το κορμί το λυγερό.

Το γεφύρι του Κοράκου
μονότοξο καβαλικεύει
απ’ του Αχελώου τα καπούλια
είκοσι μέτρα ψηλά σε συνεπαίρνει.

Στο Ζαγόρι, εκεί στους κήπους
είν’ το γεφύρι του Πλακίδα
που τ’ αγναντεύεις απ’ τη Βίτσα
με την τελευταία του ήλιου αχτίδα…

Ακόμη και του Άραχθου
του δέσανε τις όχθες,
είν’ η οργιά της Πλάκας,
που άντεξε του χείμαρρου τις μπόρες.

Ω! Ήπειρος μου αγαπημένη,
με τα ξακουστά γεφύρια,
ποτέ δεν ήσουν κι ούτε θα ’σαι
απ’ αυτό τον κόσμο ξεχασμένη.

Τα πλακοστρωμένα σου τα τόξα
μονά, διπλά και τρίδιπλα,
μεγαλοπρεπή θα λάμπουν από δόξα
παντοτινά στου χρόνου τα γραπτά.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 

 

 



Ο ΠΟΝΟΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
"Ζωγραφημενος Στα Ματια Μου"
Οπως ακριβως τον ειδα και τον ενοιωσα"


*******

"39 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ" και η φλόγα τής φωτιάς εξακολουθεί να με καίει, και να μου σώνει μέσα μου τα σωθικά. Δεν άντεξα μετά την εισβολή, και έτρεξα κοντά σας. Ήτανε τότε Ιούνιος 1976, μετανάστης και κυνηγημένος από την "Χούντα", με ανακούφιση μόνο στην "Ερωμένη μου Κύπρο".

 Αν και δεν είμαι συμπατριώτη σας, και ζω μακρυά από την αγαπημένη και όμορφη Κύπρο, εντούτοις η καρδιά μου και το μυαλό μου συμμετέχει στη μοίρα του κατατρεγμού σας.

Είχα την τιμή να επισκεφτώ το νησί σας. Ήρθα σαν ξένος και έφυγα σαν ξένος. Εντούτοις, η Κύπρος εξακολουθεί να είναι ένα κομμάτι της καρδιάς μου, και μέχρι την τελευταία στερνή πνοή μου θα είναι η
"ερωμένη μου". Όπου κι αν είμαι πάντα θα την αγαπώ, ποτέ δεν θα την ξεχάσω, και πάντα θα σταθώ δίπλα στον στραγγαλισμό της, και στην αγωνία της μέχρι την ημέρα τής λευτεριάς. Κι όταν η μέρα θα έρθει, "η ήμερα θα έρθει" θα είμαι ο πρώτος που ξανά σαν ξένος θα ρθω και θα την περπατήσω από την μια πλευρά στην άκρη. Τότε μονάχα θα κλείσει για μένα ο κύκλος της αγάπης μου για τη  Κύπρο.

*******

"Ποιητικά Όνειρα" 



Το τελευταίο φθινόπωρο πριν φύγω από την Ελλάδα,1970!

Ας κάνουμε ανακωχή με τους δαίμονες

As σταματήσουμε τους πολέμους  
ας θάψουμε το μίσος τής τυραννίας.  
Ας κάνουμε ανακωχή με τους δαίμονες    
τη πλημμύρα της έχθρας κύμα γαλήνη αρμονίας.  

Είσαι ο αδερφός μου είσαι η αδελφή μου  
ο πατέρας κι η μάνα μου σε τουτη τη γη.   
Πάρε το χέρι μου δώσε μου το χέρι σου   
ας μην κάνουμε αυτή τη γη ταφο αιματηρό.   

Κάθε ψυχή έχει το δικαίωμα να ονειρευτή 
στο σκοτάδι η φως με αγάπη κι ελευθερία. 
Κάθε ψυχή έχει το δικαίωμα να ζήση   
με τη δική της επιλογής πνευματικόν ονείρων.   

Ας σπάσουμε τής αλυσίδες των δεσμών 
ας γκρεμίσουμε του μίσους τους πέτρινους τοίχους.   
Ας κάνουμε ανακωχή με τους δαίμονες  
ας ανοίξουμε της πύλες των καρδιών μας.

Ας μην γίνουν άλλες ψυχές νεκρές στο φως του ήλιου 
άλλες μέρες μην γίνουν νύχτες στα δάκρυα ματιών. 
Ας σωπάσουν τα στερνά μοιρολόγια τραγούδια 
το χαμόγελο της χαράς σιωπή μη γίνει στα χείλη.

Σαν μια κόκκινη παπαρούνα είναι η ζωή 
που μονάχα χαρά μπορεί να δροσίσει τα χείλη. 
Ας πάψουν να παγώνουν να τρέμουν ψυχές 
σαν νυχτοπούλια να τρέχουν να κρυφθούν σε σπηλιές. 

Σ αυτό το πλανήτη άλλο ας μην ανοίξουμε λάκκο
άλλο να μη μαυρίσει ο ήλιος το φεγγάρι κι ο ουρανός.
Ας αφήσουμε το φως του ήλιου να μας θαμπώσει μ αγάπη
κι απ τη καρδιά μας λόγια χαρμόσυνα να ξεδιψάσουν τα χείλη.

Ο οδοιπόρος

Ο ήλιος φεύγει, η βρύση τρέχει,
Η ήμερα διαβαίνει, μa ο οδοιπόρος προχωρεί,
Και όλο ταξιδεύει, χωρίς νερό,
Χωρίς μπουκιά ψωμί.

Ο αγέρας φυσά σιγά, σταλιά-σταλιά,
Στάζει ο ιδρώτας,
η βάρκα δεν φεύγει,
δεν κουνιούνται τα πανιά,
Ma ο οδοιπόρος προχωρεί, κι όλο τραβά,
Για άγνωστα μέρη, χωρίς λημέρι.

Τα μάτια του είναι θολά, ο ήλιος καίει,
Τα ξανθά του μαλλιά. τα χείλη του κάτι ψιθυρίζουν,
Πουθενά δεν φαίνονται, χαμόγελα ν ανθίζουν,
Ma ο οδοιπόρος προχωρεί.

Κουράστηκε ο οδοιπόρος, δεν το αντέχει το ταξίδι,
Κι όλο τραβά, και κάπου-κάπου,
Αναζητάει μια στάσι, ενα κουράγιο, ένα καϋμό,
Στο σκαλοπάτι να μην πέσει, πριν το ταξίδι τελειώσει.

Διψούνε τα χείλη, ζητάει νερό,
Πεινάει, ζητάει ψωμί, ενα μαντήλι, ένα χέρι,
Της ματιάς  να σκουπίσει,
το δάκρυ το θολό.

Το τραίνο φεύγει, ζ ζωή συνεχίζει,
Και μες το κουρασμένο ταξίδι, μια όασις ανθίζει.
Λάμπει, αστράφτει ο ουρανός, χαμογελά ο οδοιπόρος,
Και μες το καυτό το μεσημέρι, κάνει μια στάσι να κατέβει.

Να πιει λίγο νερό, να φαΐ λίγο ψωμί,
Να πάρει μια ανάσα, λίγη δύναμι θέλει,
Να αποκτήσει αντοχή, γιατί το φορτίο,
Που ακόμη έχει να φέρει, είναι βαρύ, πολύ μακρύ,
Το λένε ζωή.

Θα θελα να μουν ναυτικός

Θα θελα να μουν ναυτικός να μουν καραβοκύρης,
Να ζω μονάχος κληρικός σ ένα καράβι νοικοκύρης.
Θα θελα να μπαρκάρω για ξένες χώρες μακρινές,
Κι από μέσα μου να κράζω να χω χίλιες δυο καρδιές.

Με τ αλμυρό το κύμα να κυνηγώ το ήλιο,
απ την αυγή ως βράδυ με νου σαν ανεμόφυλλο.
Καινούργιους να δω ουρανούς πελάγη ν αρμενίζουν,
σε ξενικά λιμάνια ναυτικούς οι ματιές να χαιρετίζουν.

Θα θελα να μουν ναυτικός να κάθομαι στη πρύμνη
Να ψάλω τη πλάση μοναχός στον ήλιο όταν γέρνει.
Πόσο θα ήταν όνειρο να πίνω την αλμύρα,
Να μη γνωρίζω πόλεμο να παίζω με το κύμα;

Πόσο θα ήτανε τρελό να κράζω τους ξιφίας,
Να στήσουν δίπλα μου χορό μνημεία της ανδρείας.
Θα θελα να μουν  ναυτικός να δω το κόσμο όλο,
Να μ έχει παρέα αυγερινός οι αφροί το κύμα μόνο.

Ν ανοίξω θέλω τη καρδιά να κράξω να φωνάξω,
Να μ ακούσουν όλα τα πουλιά μαζί τους θέλω να πετάξω.
Ζητώ το χάδι τής αυγής και το φιλί τ αφρού,
Θέλω να πέσω καταγής στην άμμο του γιαλού.

Ναυτικός στη θάλασσα ποθεί η καρδιά μου,
Με τη τρικυμία μάγισσα να παλέψουν τ όνειρα μου.
Ω! Και να μ αξίωνε ο Θεός κάποτε να σαλπάρω,
Να μ αγκάλιαζε το κύμα μοναχός κι ας πάλευα με χάρο.

Στη πόρτα του χειμώνα

Τα πράσινα φύλλα γίνανε κίτρινα, κόκκινα, καφέ
Και πέφτουν μαραμένα στο κρύο βλέμμα του ήλιου.
Τα άσπρα σύννεφα γίνανε γκρίζα
Κάπα, χιτώνας μαντύας του ουρανού.

Ο νοτιάς γίνεται βοριάς αρχίζει να τσούζει
Τα ξεροβόρια στη νύχτα αρχίζουν να ψιθυρίζουν.
Η μέρα γίνεται κρύα το χώμα σκληρό
Πεθαμένοι σκελετοί στον κήπο ειν τα φυτά.

Η πνοή της ανάσας αρχίζει να αχνίζει
Κι η ψιλή βροχή να γίνεται χιονόνερο.
Τα γυμνά δένδρα ψάχνουν φύλλα να βρουν
Απ το παγωμένο βοριά να ζεστάνουν της ρίζες.

Οι κορφές των βουνών αρχίζουν να γίνονται άσπρες
Κι ο άνεμος να δαγκώνει ψυχρά του προσώπου το ξερό πετσί.
Οι μέρες γίνονται μικρές χαμηλώνει ο ουρανός
Ο ήλιος μια κηλίδα είναι στην αγκαλιά του σκοταδιού.

Ο καλογιάννος ξεπροβάλει παρέα με το κότσυφα
Τη καρακάξα το σπουργίτη στης αυλής το υπόστεγο.
Ο χειμώνας έρχεται με πρωινά ψυχρά
Παγωμένα νερά στη βρύση ουρανό χωρίς τα άστρα.

Οι νιφάδες του χιονιού τους πρώτους κάνουνε χορούς
Σαν σταλμένοι άγγελοι απ άλλο κόσμο ουρανούς.
Τα τζάκια άσπρο στέλνουν καπνό μήνυμα στη φύση
Πως δεν θα λήψη η ζεστασιά όσον κι αν χιονίσει.

Του χιονιού οι στοιβάδες φλερτάρουν τον ουρανό
Κι οι παγωμένοι βοριάδες ουρλιάζουν στη νύχτα.
Το ξεροβόρι γίνεται παγετός ψυχρός άνεμος φυσά παντού
Το φως του ήλιου πάχνη κατεψυγμένο το έδαφος στη γη.

Τα δένδρα αρχίζουν να πλέκουν κρυστάλλινη κουβέρτα
Που δεν λιώνει στον ήλιο στο απαλό χάιδευα της μέρας.
Ω! Έφτασε ο χειμώνας το άσπρο σεντόνι του χιονιού
Αρχίζει να σκεπάζει λόφους και δάση.

Στη θύελλα του σκοταδιού μόνο το ακτινοβόλο τζάκι θα φέρει ζεστασιά πίσω απ τη πόρτα του χιονιά.

 

 

 

 

 

 


 

 


 

 

 

© 2003 Poeticme.com
all contents on this page are secured by
international copyright laws.